Χαρισμένο στον Άνθρωπο
Ήταν μια νύχτα ασέληνη, μέσ' την βροχή πνιγμένη! Όλα της φύσης τα στοιχειά, παράξενα βογγούσαν, αστροπελέκια και βροντές, όλη την γη δονούσαν!
Έξω στον κήπο, στην αυλή, άγριος βοριάς φυσούσε, με τέτοια λύσσα, που μοιαζε, αυτός πως προσπαθούσε, το κυπαρίσσι της γωνιάς, με μιας να ξεριζώσει, και τα λουλούδια, της λογής, να κάψει, να παγώσει!
Ήταν μια νύχτα ασέληνη, μέσ'την βροχή χαμένη, μια νύχτα άγρια, σκοτεινή, υγρή και παγωμένη!
Κι εγώ μέσ' το καλύβι μου, που λίγο φως εσκόρπα, μπρος στην εικόνα του Χριστού, η τρεμαμένη φλόγα, την πόρτα ατένιζα βουβά, ως κάθε κύμα του βοριά, επάνω της εκτύπα κι είχα βαριά τα στήθια!
Λες κάποιον και περίμενα, αυτήν την άγρια ώρα... Ποιός, τάχα, θα ερχότανε, μέσ'την φρικτή την μπόρα; Αλήθεια ποιόν περίμενα, να τρέξω να τ'ανοίξω, με τα ξεπαγιασμένα χέρια μου, το χέρι να του σφίξω;
Ξάφνου, σαν φως της αστραπής, ήρθε, σιμά μου, αυτός και το καλύβι γέμισε με ζεστασιά και φώς! Μ' αγάπη με εκοίταζε και με χαμογελούσε, την κεφαλή μου χάιδευε, στα μάτια με φιλούσε.
Τα μέλη μου ξεμούδιασαν, αλάφρωσαν τα στήθια, κι ένιωσα τόση ζεστασιά, ως της ψυχής τα μύχια! Κι Εκείνος, πάντοτε σιμά, πάντα χαμογελούσε, μ' αγάπη με ατένιζε και μου γλυκομιλούσε..
Του λέω: <<Ποιος είσαι εσύ, που ήρθες τόσο ξαφνικά, το κουρασμένο μου μυαλό, να ξεχωρίσω δεν βοηθά... Νομίζω σε γνωρίζω, μοιάζεις πολύ με.τον Χριστό, που ήρθες σε ευχαριστώ!>>
Μου λέει: << Είμαι ο Άγγελος σου, φύλακας και προστάτης σου, παντοτινά δικός σου!>>
Του λέω: << Τόσον καιρό που ήσουνα, όταν εγώ πονούσα, που η καρδιά μου σπάραζε και τόσο αγωνιούσα! Τόσο καιρό που ήσουνα...>>
Μου λέει: << Εγώ, ήμουν πάντα μέσα σου, πονουσες και πονούσα!
Μέθυσες με τα χώματα, ταξιδευτή του ονείρου και έχασες τον δρόμο σου, στο χάος του απείρου!
Μέθυσες με τα χώματα, που αιώνια ταξιδεύουν και τρέχουν ασταμάτητα... τι άραγε, γυρεύουν; αυτά, έτσι θα στροβιλίζονται, σαν όγκο, σαν βουνά!
Σε εσένα, όμως, Ταξιδευτή, αρκεί το <<πουθενά;>>
Σε ντύσανε οι Άρχοντες με χώματα, μ' αλάτι και νερό, και εσύ βαθειά κοιμήθηκες, στη γη, τόσον καιρό. Ντυμένος με τα χώματα, κοιμόσουν και ονειρευόσουν... Μάταια, πάσχιζαν οι φίλοι σου, το χέρι να σου δώσουν!
Εσύ, χώματα μάζευες και τα έλεγες δικά σου! Τα μάζευες, τα σύναζες...και άρχισαν τα δεινά σου!
Σε μέθυσαν τα χώματα, η δόξα και το βιος σου! Υπέρμετρος κατάντησε ο ψευτοεγωισμός σου! Την λάσπη την εσύναξες, σε αμέτρητους στατήρες και νόμιζες, πώς έκτισες ονείρου κατοικίες!
Σαν Κίρκη σε αιχμαλώτισε η χωματένια ύλη, και μέσα σου, ξέχασες πώς καίει ένα καντήλι! Το Πνεύμα το αθάνατο, τ' αληθινό Εγώ σου, το σκέπασες με χώματα... δεν είσαι ο εαυτός σου!
Αυτοί, που εσύ αγάπησες και σ' είχανε προδώσει, όσοι, με λόγια άπρεπα, πικρά σ' είχαν πληγώσει, αυτοί, που άγρια σε χτυπήσανε και πόνεσες πολύ, κι αυτοί, που τώρα αγαπάς, και λες είναι καλοί,
Όλοι τους είναι άνθρωποι, άνθρωποι, σαν εσένα, πνεύματα αγαπημένα!
Τα γήινα, τ' ανθρώπινα, έχουν κι αυτούς ζαλίσει. Ξεχάσανε το Είναι τους, κι έχουν κι αυτοί μεθύσει!
Τα γήινα, τ' ανθρώπινα, πρέπει να τα ξεχάσεις... Κοίτα να βρεις τον δρόμο σου, κι έτσι να ησυχάσεις!>>
Μου άπλωσε τα χέρια του και μου πε, έλα, πάμε...
Του λέω: <<Να πάμε, που;>>
<<Στη βασιλεία του Χριστού, εκεί σε προσκαλώ να πάμε, εκεί που όλοι μαθαίνουν ν' αγαπούν, εκεί, που όλοι αγαπάμε! Θα δεις λουλούδια αμάραντα, πολύχρωμα και δροσερά, μέσα στο φως, τ' ανέσπερο, όπως τα είχες μια φορά... Εκεί είναι η ζωή χαρά, εκεί είναι η ζωή αγάπη, είναι του Κυρίου η χαρά, του δρόμου μας η άκρη!>>
Του λέω: << Αυτούς, που τώρα αγαπώ, πρέπει να τους αφήσω, να τους λησμονήσω, και μέσ' το φως και την χαρά, μονάχος μου να ζήσω;>>
Μου λέει: << Μ' αυτούς που εσύ αγάπησες, και όσους αγαπήσεις, μ' αυτούς, που τώρα αγαπάς, με όλους αυτούς θα ζήσεις! Εδώ στην γη, στα χώματα, είναι μόνο οι σκιές τους, τα χωματένια τους κορμιά, αλλού είναι οι ψυχές τους....
Ψυχές αυτοί, ψυχή εσύ, όλοι θα 'ναι μαζί σου. Μαζί,με εσένα, θα ζήσουνε στο φως του Παραδείσου!>>
Του λέω: << Όμως και Εσύ, κι Εσύ αγάπη μου...>>>
Μου λέει: <<Εγώ είμαι ο Άγγελος σου, φύλακας και προστάτης σου, Εγώ είμαι πάντα μέσα σου, παντοτινά δικός σου!
Στης γης την λάσπη, την σκοτεινιά, στην πλάνη και τον πόνο, εγώ, ήμουν πάντα μέσα σου, ποτέ δεν σ' είχα αφήσει μόνο! Εγώ, ήμουν πάντα μέσα σου και, τώρα, που ξυπνάς κι είσαι Θεός, λες να σ' αφήσω και μόνος μου να ζήσω...;
Θεός εσύ, θεός κι εγώ! Κι οι δυο μας φως, ζωή κι αγάπη, μέσ' την αγκάλη του Θεού, ως των καιρών τα βάθη! Εσύ και εγώ και κάθε άλλος αδελφός, όλοι το ίδιο αγαπητοί, όπως ο άσωτος υιός,
σαν επιστρέφει και διαβεί το θεϊκό κατώφλι, γιατί καθένας ήταν από εσάς, <<απολωλώς και εσώθη!>>
Στυλιανός Αττεσλής
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου